απαρηγόρητος

(προωθήθηκε από απαρηγόρητο)
Μεταφράσεις

απαρηγόρητος

(apari'ɣoritos) αρσενικό

απαρηγόρητη

(apari'ɣoriti) θηλυκό

απαρηγόρητο

(apari'ɣorito) ουδέτερο
επίθετο
που δεν μπορεί να παρηγορηθεί είμαι απαρηγόρητος Άρχισε να κλαίει απαρηγόρητoς.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close