απασχολημένος

Μεταφράσεις

απασχολημένος

(apasxoli'menos) αρσενικό

απασχολημένη

(apasxoli'meni) θηλυκό

απασχολημένο

busy, preoccupiedoccupéمَشْغولzaneprázdněnýtravlbeschäftigtocupadokiireinenzaposlenoccupato忙しい바쁜drukopptattzajętyocupadoзанятойupptagenยุ่งวุ่นวายmeşgulbận rộn忙碌的 (apasxoli'meno) ουδέτερο
επίθετο
αυτός που δεν μπορεί να διακόψει αυτό που κάνει είμαι πολύ απασχολημένος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close