απασχολώ

Μεταφράσεις

απασχολώ

employer, occuperengross (apasxo'lo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κρατάω Δε θα σας απασχολήσω πολύ.
2. ενοχλώ Μην τον απασχολείτε!
3. δημιουργώ ανησυχία, νοιάζω Η υγεία σου με απασχολεί πολύ. Δε μ'απασχολεί καθόλου!
4. δίνω εργασία Η εταιρεία απασχολεί δέκα υπαλλήλους.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close