| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.893.161.260 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
απασχολώ |
0,02 sec. |
|
|
απασχολώ employer, occuper engross
ρ μετβ απασχολώ [apasxo'lo] 1 κρατάω tenir Δε θα σας απασχολήσω πολύ. Je ne vous retiendrai pas longtemps. 3 δημιουργώ ανησυχία, νοιάζω préoccuper Δε μ'απασχολεί καθόλου! Ça ne me préoccupe pas du tout !£££ ρ μεσοπαθ απασχολούμαι ασχολούμαι se mettre àentreprendre απασχολούμαι με κτ s'occuper de qqch Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|