| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.893.162.043 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
απασχόληση |
0,01 sec. |
|
|
απασχόληση occupation, livelihood, pastime, employment occupation, emploi occupazione, impiego وظيفة zaměstnání ansættelse Anstellung empleo työllisyys zaposlenje 雇用 고용 beroep ansettelse zatrudnienie emprego занятость anställning การว่าจ้าง işe alma việc làm 职业
ουσ θ απασχόληση [apa'sxolisi] 1 ασχολία occupation; passe-temps 2 εργασία activité μία επαγγελματική απασχόληση une activité professionnelle Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|