απατάω

Μεταφράσεις

απατάω

(apa'tao)

απατώ

(apa'to)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ξεγελάω Τα φαινόμενα απατούν.
2. έχω δεσμό εκτός επίσημης σχέσης απατάω τον άντρα μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close