απειθάρχητος

(προωθήθηκε από απειθάρχητη)
Μεταφράσεις

απειθάρχητος

(api'θarçitos) αρσενικό

απειθάρχητη

(api'θarçiti) θηλυκό

απειθάρχητο

(api'θarçito) ουδέτερο
επίθετο
που δεν υπακούει, δεν υποτάσσεται απειθάρχητος μαθητής
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close