απειλητικός

(προωθήθηκε από απειλητικό)
Μεταφράσεις

απειλητικός

(apiliti'kos) αρσενικό

απειλητική

(apiliti'ci) θηλυκό

απειλητικό

threateningmenaçantتَهْدِيدِيّvýhružnýtruendedrohendamenazadoruhkaavaprijetećiminaccioso脅すような위협적인dreigendtruendegroźnyameaçadorугрожающийhotfullที่ขู่เข็ญtehdit ediciđe dọa胁迫的 (apiliti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που τρομάζει απειλητική φωνή
2. που προμηνύει κτ κακό απειλητικό σύννεφο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close