Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.605.566 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

απειλώ

0,01 sec.
απειλώ threaten menacer يُهَدِد vyhrožovat true drohen amenazar uhata prijetiti minacciare 脅す 위협하다 dreigen true zagrozić ameaçar угрожать hota ขู่เข็ญ tehdit etmek đe dọa 威胁
ρ μετβ απειλώ [api'lo]
φοβίζω effrayerterrifier
απειλώ κπ με όπλο menacer qqn avec une arme
απειλώ κπ ότι θα τον χτυπήσω menacer de frapper qqn
ρ μεσοπαθ απειλούμαι [api'lume] βρίσκομαι σε κίνδυνο être en danger
Απειλείται η ασφάλειά μας. Notre sécurité est menacée.
Απειλείται η ζωή μας. Notre vie est en danger.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.