| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.777.645 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απελευθέρωση |
0,02 sec. |
|
απελευθέρωση liberation, release إطلاق, تحرير osvobození, propuštění befrielse, frigivelse Befreiung, Erlösung liberación vapautus libération oslobođenje, puštanje distribuzione, liberazione 解放 해방 bevrijding, release frigjøring, løslatelse wypuszczenie, wyzwolenie liberação, libertação освобождение frigivning, frigörelse การปลดปล่อย การปลดปล่อยเป็นอิสระ, การปลดปล่อยให้เป็นอิสระ önyargılardan arındırma, serbest bırakma sự giải phóng, sự phóng thích 发行, 解放 ουσ θ απελευθέρωση [apele'fθerosi] 1 απόκτηση ελευθερίας libération απελευθέρωση αιχμαλώτων la libération de prisonniers 2 χειραφέτηση libération; §§§§émancipation η σεξουαλική απελευθέρωση l'émancipation sexuelle 3 εκπομπή στοιχείων libération η απελευθέρωση ενέργειας la libération d'énergie Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|