απελευθέρωση

Μεταφράσεις

απελευθέρωση

liberation, releaseإطْلاق, تَـحْرِيرٌosvobození, propuštěníbefrielse, frigivelseBefreiung, Erlösungliberaciónvapautuslibérationoslobođenje, puštanjeliberazione解放해방bevrijding, vrijlatingfrigjøring, løslatelsewypuszczenie, wyzwolenieliberação, libertaçãoосвобождениеfrigivning, frigörelseการปลดปล่อย การปลดปล่อยเป็นอิสระ, การปลดปล่อยให้เป็นอิสระönyargılardan arındırma, serbest bırakmasự giải phóng, sự phóng thích解放, 释放 (apele'fθerosi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. απόκτηση ελευθερίας απελευθέρωση αιχμαλώτων
2. χειραφέτηση η σεξουαλική απελευθέρωση
3. εκπομπή στοιχείων η απελευθέρωση ενέργειας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close