απελευθερώνομαι

Μεταφράσεις

απελευθερώνομαι

freed, liberatedse libérer (apelefθe'ronome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. αφήνομαι ελεύθερος Οι φυλακισμένοι απελευθερώθηκαν.
2. απαλλάσσομαι απελευθερώνομαι από τον πόνο απελευθερώνομαι από τα ναρκωτικά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close