| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.061.545 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απελευθερώνω |
0,03 sec. |
|
απελευθερώνω emancipate, manumit, release يُطلق سراح propustit frigive befreien poner en libertad vapauttaa libérer pustiti distribuire 解放する 해방하다 vrijlaten slippe fri wypuścić libertar освобождать frige ปลดปล่อย serbest bırakmak phóng thích 发行 ρ μετβ απελευθερώνω [apelefθe'rono] ρ μεσοπαθ απελευθερώνομαι [apelefθe'ronome] 2 απαλλάσσομαι jeter απελευθερώνομαι από τον πόνο être délivré de la douleur απελευθερώνομαι από τα ναρκωτικά se débarrasser de la drogue Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|