Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.061.545 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

απελευθερώνω

0,03 sec.
απελευθερώνω emancipate, manumit, release يُطلق سراح propustit frigive befreien poner en libertad vapauttaa libérer pustiti distribuire 解放する 해방하다 vrijlaten slippe fri wypuścić libertar освобождать frige ปลดปล่อย serbest bırakmak phóng thích 发行
ρ μετβ απελευθερώνω [apelefθe'rono]
1 αφήνω κπ ελεύθερο libérer
απελευθερώνω ομήρους libérer des otages
2 απαλλάσσω κπ από τα δεσμά του délivrer
απελευθερώνω ένα λαό από τη σκλαβιά délivrer un peuple de l'esclavage
ρ μεσοπαθ απελευθερώνομαι [apelefθe'ronome]
1 αφήνομαι ελεύθερος être libéré/-ée
Οι φυλακισμένοι απελευθερώθηκαν. Les détenus ont été libérés.
2 απαλλάσσομαι jeter
απελευθερώνομαι από τον πόνο être délivré de la douleur
απελευθερώνομαι από τα ναρκωτικά se débarrasser de la drogue


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.