| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.348.014 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απελπίζω |
0,09 sec. |
|
απελπίζω malesperi désespérer ρ μετβ απελπίζω [apel'pizo] αποκαρδιώνω désespérer ρ μεσοπαθ απελπίζομαι [apel'pizome] χάνω τις ελπίδες μου perdre tout espoir Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|