απελπισμένος

(προωθήθηκε από απελπισμένη)
Μεταφράσεις

απελπισμένος

(apelpi'zmenos) αρσενικό

απελπισμένη

(apelpi'zmeni) θηλυκό

απελπισμένο

abatido, desesperadodesperate, hopeless, balefulيَائِسbeznadějný, zoufalýdesperat, håbløshoffnungslos, verzweifeltepätoivoinen, toivotondésespérébeznadan, očajandisperato希望を失って, 必死の가망 없는, 절망적인hopeloos, wanhopigdesperat, håpløsbeznadziejny, zdesperowanydesesperado, sem esperança, desesperadaбезнадежный, отчаянныйdesperat, hopplösไม่มีความหวัง, ซึ่งสิ้นหวังumutsuzliều lĩnh, vô vọng无希望的, 绝望的, 绝望絕望נואשת (apelpi'zmeno) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει χάσει κάθε ελπίδα απελπισμένο βλέμμα
2. απεγνωσμένος απελπισμένες προσπάθειες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close