απελπιστικός

(προωθήθηκε από απελπιστικό)
Μεταφράσεις

απελπιστικός

(apelpisti'kos) αρσενικό

απελπιστική

(apelpisti'ci) θηλυκό

απελπιστικό

verzweifeltdesperatedesesperadaотчаянноеdisperata绝望絕望desperatdesperateנואשת (apelpisti'ko) ουδέτερο
επίθετο
χωρίς ελπίδα βελτίωσης Η κατάσταση είναι απελπιστική.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close