| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.893.181.382 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
απερίγραπτος |
0,01 sec. |
|
|
απερίγραπτος
επίθ α / θ / ουδ απερίγραπτος, απερίγραπτη, απερίγραπτο [ape'riɣraptos, ape'riɣrapti, ape'riɣrapto] 1 αφάνταστος indescriptible απερίγραπτη χαρά une joie indescriptible 2 απίστευτος inouï/-ïeincroyable απερίγραπτη ακαταστασία un désordre indescriptible Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|