| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.414.331 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απερίσκεπτος |
0,02 sec. |
|
απερίσκεπτος farfelu, irréfléchi foolhardy, impetuous, rash, reckless, thoughtless طائش neohleduplný tankeløs rücksichtslos irreflexivo ajattelematon lakomislen avventato 思慮を欠く 경솔한 gedachteloos tankeløs bezmyślny desatento безрассудный tanklös อย่างไม่มีความคิด düşüncesiz vô tâm 欠考虑的 επίθ α / θ / ουδ απερίσκεπτος, απερίσκεπτη, απερίσκεπτο [ape'risceptos, ape'riscepti, ape'riscepto] επιπόλαιος stupideridicule απερίσκεπτος οδηγός un conducteur imprudent Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|