απερίσκεπτος

Μεταφράσεις

απερίσκεπτος

(ape'risceptos) αρσενικό

απερίσκεπτη

(ape'riscepti) θηλυκό

απερίσκεπτο

farfelu, irréfléchithoughtless, foolhardy, impetuous, rash, recklessطَائِشbezohlednýtankeløsrücksichtslosirreflexivoajattelematonlakomislenavventato思慮を欠く경솔한gedachteloostankeløsbezmyślnydesatentoбезрассудныйtanklösอย่างไม่มีความคิดdüşüncesizvô tâm欠考虑的 (ape'riscepto) ουδέτερο
επίθετο
επιπόλαιος απερίσκεπτος οδηγός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close