απερίσπαστος

Μεταφράσεις

απερίσπαστος

(ape'rispastos) αρσενικό

απερίσπαστη

(ape'rispasti) θηλυκό

απερίσπαστο

(ape'rispasto) ουδέτερο
επίθετο
ανενόχλητος μελετάω απερίσπαστος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close