| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.400.200 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απεργός |
0,01 sec. |
|
απεργός striker gréviste, attaquant ضَارِب stávkující angriber Streikender huelguista lakkolainen štrajkaš scioperante ストライキ参加者 파업 참가자 staker streikende strajkujący grevista забастовщик anfallsspelare คนที่หยุดงานประท้วง grevci người bãi công 打击者 ουσ α/θ απεργός [aper'ɣos] αυτός που κάνει απεργία gréviste Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|