απεργός

Μεταφράσεις

απεργός

strikergréviste, attaquantمُضْرِبstávkujícístrejkendeStreikenderhuelguistalakkolainenštrajkašscioperanteストライキ参加者파업 참가자stakerstreikendestrajkującygrevistaзабастовщикanfallsspelareคนที่หยุดงานประท้วงgrevcingười bãi công罢工者 (aper'ɣos)
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό
αυτός που κάνει απεργία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close