απεργώ

Μεταφράσεις

απεργώ

strikefaire grève, frapperيَضْرِبُpostihnoutslå tilstreikenasestar un golpe, hacer huelgaolla lakossaštrajkatiscioperareストライキをする동맹 파업을 하다toeslaanstreikezastrajkowaćatacar, estar em greveбить, бастоватьstrejkaหยุดงานประท้วงgrev yapmakđánh打击 (aper'ɣo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
απέχω από τη δουλειά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close