απεριόριστος

(προωθήθηκε από απεριόριστο)
Μεταφράσεις

απεριόριστος

(aperi'oristos) αρσενικό

απεριόριστη

(aperi'oristi) θηλυκό

απεριόριστο

unlimitedilimitadoonbeperktнеограниченغير محدودubegrænset무제한 (aperi'oristo) ουδέτερο
επίθετο
χωρίς όρια απεριόριστη ελευθερία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close