απεσταγμένος

(προωθήθηκε από απεσταγμένη)
Μεταφράσεις

απεσταγμένος

(apestaɣ'menos) αρσενικό

απεσταγμένη

(apestaɣ'meni) θηλυκό

απεσταγμένο

(apestaɣ'meno) ουδέτερο
επίθετο
καθαρό από διάφορες ουσίες απεσταγμένο νερό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close