| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.893.192.061 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
απευθείας |
0,02 sec. |
|
|
απευθείας right rekte directement direttamente diretamente directamente direkt مباشرة bezpośrednio 直接 直接 přímo direkte suoraan ישירות 直接 직접 direkt โดยตรง
επίρρ απευθείας [ape'fθias] 1 κατευθείαν, άμεσα directement μιλάω απευθείας με κπ parler directement avec qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|