απλησίαστος

(προωθήθηκε από απλησίαστη)
Μεταφράσεις

απλησίαστος

(apli'siastos)

απλησίαστη

(apli'siasti)

απλησίαστο

(apli'siasto)
επίθετο
1. πολύ ακριβός τιμές απλησίαστες
2. που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί εύκολα απλησίαστο όνειρο
3. που δύσκολα τον πλησιάζει ή τον βρίσκει κν απλησίαστο χωριό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close