απλοϊκός

(προωθήθηκε από απλοϊκή)
Μεταφράσεις

απλοϊκός

(aploi'kos) αρσενικό

απλοϊκή

(aploi'ci) θηλυκό

απλοϊκό

facile (aploi'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. αγαθός, αφελής απλοϊκή σκέψη απλοϊκή εξήγηση απλοϊκή κοπέλα
2. πολύ απλός απλοϊκό φόρεμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close