απλώνομαι

Μεταφράσεις

απλώνομαι

sprawl, spread, stretchيـَمْتَدُrozprostírat sestrække (sig)erstrecken (sich)abarcar, estirarvenyäétirerrastezatiestendersi伸びる뻗어 있다uitstrekken (zich)strekkeprzeciągnąć sięesticarрастянутьсяsträckaขยายออกuzanmakkéo dài拉长 (a'plonome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. πιάνω μεγάλο χώρο απλώνομαι στο πάτωμα
2. μεταφορικά επικρατώ Απλώθηκε ησυχία εδώ. H κακοκαιρία απλώνεται.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close