απλώνω

Μεταφράσεις

απλώνω

extender, desplegar, tender, esparcirdéployer, étendre, tendre, étalerrozciągać, rozkładać, rozpościerać, rozwieszać, rozprowadzićspreadيَدْهُنُrozprostřítsmøreschmierenlevittäämazatispalmare・・・を塗る바르다uitspreidenbreespalharраспределятьbredaกระจาย ทำให้ทั่วsürmektrải ra (a'plono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ξεδιπλώνω απλώνω το τραπεζομάντιλο
τα κρεμάω για να στεγνώσουν
2. κατευθύνω μέρος του σώματος απλώνω τα χέρια σε κπ απλώνω τα πόδια μου
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close