Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.724.244.165 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

απλώνω

0,02 sec.
απλώνω desplegar, extender, tender déployer, étendre, tendre rozciągać, rozkładać, rozpościerać, rozwieszać spread
ρ μετβ απλώνω [a'plono]
1 ξεδιπλώνω étendre
απλώνω το τραπεζομάντιλο étendre la nappe
2 κατευθύνω μέρος του σώματος tendre
απλώνω τα χέρια σε κπ tendre les bras à qqn
απλώνω τα πόδια μου étendre ses jambes
απλώνω τα ρούχα
τα κρεμάω για να στεγνώσουν étendre le linge
ρ μεσοπαθ απλώνομαι [a'plonome]
1 πιάνω μεγάλο χώρο s'étendre
απλώνομαι στο πάτωμα s'étendre par terre
2 επικρατώ régner
Απλώθηκε ησυχία εδώ. Le silence règne ici.
H κακοκαιρία απλώνεται. Le mauvais temps s'étend.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.