| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.867.081 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αποβάθρα |
0,01 sec. |
|
αποβάθρα dock, platform, pier, quay quai, dock حوض السفن, رصيف الميناء dok, nábřeží dok, kaj Dock, Kai muelle laituri dok, pristanište banchina, molo ドック, 埠頭 선거, 선창 dok, kade havn, kai dok, nadbrzeże cais, doca док, причал docka, kaj ที่ที่เอาเรือเข้าเทียบท่า, อู่เรือ dok, iskele bến tàu 码头 ουσ θ αποβάθρα [apo'vaθra] χώρος για τους επιβάτες σε λιμάνι quai Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|