| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.758.782.936 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αποβάλλω |
0,04 sec. |
|
αποβάλλω expel, miscarry, reject, abort, elide, shed abandonar, abortar, dejar, expulsar, rechazar abandonner, avorter, expulser, quitter, rejeter odrzucać, poronić, rzucać, usuwać, wygonić يَطْرُد vytlačit bortvise vertreiben karkottaa prognati espellere 追い出す 쫓아내다 verdrijven kaste ut expelir выталкивать relegera ไล่ออก kovmak làm bật ra 开除 ρ αμετβ αποβάλλω χάνω έμβρυο faire une fausse couche Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|