αποβάλλω

Μεταφράσεις

αποβάλλω

(apo'valo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. διώχνω αποβάλλω ένα μαθητή αποβάλλω το άγχος μου
2. καθαρίζω από αποβάλλω τοξίνες

αποβάλλω

expel, miscarry, reject, abort, elide, shedexpulsar, abandonar, abortar, dejar, rechazarexpulser, abandonner, avorter, quitter, rejeterodrzucać, poronić, rzucać, usuwać, wydalićيَطْرُدُvyloučitbortvisevertreibenkarkottaaizbacitiespellere追い出す쫓아내다wegzendenkaste utexpelirисключатьrelegeraไล่ออกkovmakđuổi开除
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
ιατρική χάνω έμβρυο
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close