| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.587.632 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αποβίβαση |
0,02 sec. |
|
αποβίβαση disembarkation, disembarking débarquement sbarco ουσ θ αποβίβαση [apo'vivasi] έξοδος από μεταφορικό μέσο débarquement αποβίβαση επιβατών le débarquement des passagers Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|