| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.893.220.421 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αποβίβαση |
0,02 sec. |
|
|
αποβίβαση disembarkation, disembarking débarquement sbarco desembarco ontscheping desembarque نزولهم vylodění udskibning
ουσ θ αποβίβαση [apo'vivasi] έξοδος από μεταφορικό μέσο débarquement αποβίβαση επιβατών le débarquement des passagers Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|