αποβλακωμένος

(προωθήθηκε από αποβλακωμένη)
Μεταφράσεις

αποβλακωμένος

(apovlako'menos) αρσενικό

αποβλακωμένη

(apovlako'meni) θηλυκό

αποβλακωμένο

abruti (apovlako'meno) ουδέτερο
επίθετο
αποχαυνωμένος αποβλακωμένος από τη ζέστη κοιτάζω κτ αποβλακωμένος
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close