| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.893.224.403 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
απογειώνομαι |
0,02 sec. |
|
|
απογειώνομαι take off décoller, enlever يَخلع ملابسه sundat (si) lette ausziehen sacarse riisua poletjeti decollare 脱ぐ 벗다 vertrekken fjerne wystartować remover снимать köra iväg ถอด çıkarmak cởi ra 起飞
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|