απογειώνομαι

Μεταφράσεις

απογειώνομαι

take offdécoller, enleverيُقْلِعُvzlétnoutletteausziehendespegarnousta ilmaanpoletjetidecollare脱ぐ이륙하다vertrekkenfjernewystartowaćlevantar vooвзлетатьköra ivägบินขึ้นçıkarmakcất cánh起飞 (apoʝi'onome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. ξεκολλάω από τη γη Το αεροπλάνο απογειώθηκε.
2. μεταφορικά ανεβαίνω στα ύψη Οι τιμές απογειώνονται.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close