Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.924.520 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

απογοητεύω
(προωθήθηκε από απογοητεύομαι)

0,02 sec.
απογοητεύω décevoir, laisser tomber disappoint, frustrate, let down يَتخلى عن, يُخِيب أملاً zklamat skuffe, svigte enttäuschen decepcionar, defraudar tuottaa pettymys iznevjeriti, razočarati deludere がっかりさせる, 失望させる 실망시키다 dalen, teleurstellen skuffe, svikte rozczarować, spuścić decepcionar подвести, разочаровывать göra besviken ทำให้ผิดหวัง hayal kırıklığına uğratmak làm thất vọng 失望, 辜负
ρ μετβ απογοητεύω [apoɣoi'tevo]
διαψεύδω τις ελπίδες κάποιου décevoir l'espérance de qqn
απογοητεύω τους γονείς μου décevoir ses parents
ρ μεσοπαθ απογοητεύομαι [apoɣoi'tevome]
χάνω τις ελπίδες μου perdre tout espoir
Απογοητεύτηκα από το αποτέλεσμα. J'ai été déçu du/par le résultat.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.