| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.353.155 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απογοητεύω |
0,02 sec. |
|
απογοητεύω décevoir, laisser tomber disappoint, frustrate, let down يَتخلى عن, يُخِيب أملاً zklamat skuffe, svigte enttäuschen decepcionar, defraudar tuottaa pettymys iznevjeriti, razočarati deludere がっかりさせる, 失望させる 실망시키다 dalen, teleurstellen skuffe, svikte rozczarować, spuścić decepcionar подвести, разочаровывать göra besviken ทำให้ผิดหวัง hayal kırıklığına uğratmak làm thất vọng 失望, 辜负 ρ μετβ απογοητεύω [apoɣoi'tevo] ρ μεσοπαθ απογοητεύομαι [apoɣoi'tevome] χάνω τις ελπίδες μου perdre tout espoir Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|