| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.893.236.058 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
απογυμνώνω |
0,01 sec. |
|
|
απογυμνώνω denude, strip يٌجَرِد svléci (se) tage tøjet af ausziehen desnudarse, quitarse la ropa riisua se déshabiller svlačiti se spogliare はぐ 벗기다 uitkleden (zich) ta av rozebrać się despir-se раздевать(ся) strippa แก้ผ้า soyunmak thoát y 剥去
ρ μετβ απογυμνώνω [apoʝi'mnono] γδύνω κπ dénudermettre à nu ρ μεσοπαθ απογυμνώνομαι [apoʝi'mnonome] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|