| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.620.586 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απογυμνώνω |
0,04 sec. |
|
απογυμνώνω denude, strip يٌجَرِد svléci (se) tage tøjet af ausziehen desnudarse, quitarse la ropa riisua se déshabiller svlačiti se spogliare はぐ 벗기다 uitkleden (zich) ta av rozebrać się despir-se раздевать(ся) strippa แก้ผ้า soyunmak thoát y 剥去 ρ μετβ απογυμνώνω [apoʝi'mnono] γδύνω κπ dénudermettre à nu ρ μεσοπαθ απογυμνώνομαι [apoʝi'mnonome] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|