αποδεικνύω

Μεταφράσεις

αποδεικνύω

(apoði'knio)

αποδείχνω

prove, demonstrate, aver, provenprouver, démontrer, s’avérerيُبَرْهِنُ, يُثَبِّتpředvádět, ukázat sebevise, demonstrerebeweisen, demonstrierendemostrar, probarosoittaa, todistaadokazati, pokazatidimostrare, dimostrarsi立証する입증하다, 증명하다aantonen, bewijzenbevise, demonstrereudowodnić, zademonstrowaćdemonstrar, provarдоказывать, наглядно показатьjäsa, visaแสดงให้เห็น, พิสูจน์bulgularla kanıtlamak, kanıtlamakchứng minh, sự thể hiện, sự chứng minh演示, 证明 (apo'ðixno)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
δείχνω, φανερώνω αποδεικνύω την αθωότητά μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close