| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.186.230 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αποδεικτικός |
0,01 sec. |
|
αποδεικτικός concluant επίθ α / θ / ουδ αποδεικτικός, αποδεικτική, αποδεικτικό [apoðikti'kos, apoðikti'ci, apoðikti'ko] που φανερώνει, δείχνει κτ probant/-antedémonstratif/-ive ουσ ουδ αποδεικτικό βεβαίωση garantie αποδεικτικό εγγραφής un justificatif d'inscription Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|