αποδεικτικό στοιχείο

Μεταφράσεις

αποδεικτικό στοιχείο

دَلِيل, مِسْوَدَّةُ الطَّبْع

αποδεικτικό στοιχείο

důkaz, korektura

αποδεικτικό στοιχείο

bevis, prøvetryk

αποδεικτικό στοιχείο

Beweis, Beweismittel

αποδεικτικό στοιχείο

evidence, proof

αποδεικτικό στοιχείο

prueba

αποδεικτικό στοιχείο

todiste

αποδεικτικό στοιχείο

épreuve, preuve

αποδεικτικό στοιχείο

dokaz, otisak za korekturu

αποδεικτικό στοιχείο

bozza, prova

αποδεικτικό στοιχείο

校正刷り, 証拠

αποδεικτικό στοιχείο

교정쇄, 증거

αποδεικτικό στοιχείο

bewijs, proefafdruk

αποδεικτικό στοιχείο

bevis

αποδεικτικό στοιχείο

dowód

αποδεικτικό στοιχείο

evidência, prova

αποδεικτικό στοιχείο

доказательство, свидетельство

αποδεικτικό στοιχείο

bevis

αποδεικτικό στοιχείο

ปรู๊ฟ, หลักฐาน

αποδεικτικό στοιχείο

kanıt

αποδεικτικό στοιχείο

bản in thử, bằng chứng

αποδεικτικό στοιχείο

校样, 证据
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close