Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.569.924 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αποδεικτικό στοιχείο

0,03 sec.
αποδεικτικό στοιχείο دليل
αποδεικτικό στοιχείο důkaz
αποδεικτικό στοιχείο bevis
αποδεικτικό στοιχείο Beweis, Beweismittel
αποδεικτικό στοιχείο evidence, proof
αποδεικτικό στοιχείο prueba
αποδεικτικό στοιχείο todiste
αποδεικτικό στοιχείο preuve
αποδεικτικό στοιχείο dokaz
αποδεικτικό στοιχείο prova
αποδεικτικό στοιχείο 証拠
αποδεικτικό στοιχείο 증거
αποδεικτικό στοιχείο bewijs
αποδεικτικό στοιχείο bevis
αποδεικτικό στοιχείο dowód
αποδεικτικό στοιχείο evidência, prova
αποδεικτικό στοιχείο доказательство, свидетельство
αποδεικτικό στοιχείο bevis
αποδεικτικό στοιχείο หลักฐาน
αποδεικτικό στοιχείο kanıt
αποδεικτικό στοιχείο bằng chứng
αποδεικτικό στοιχείο 证据


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.