αποδεκτός

(προωθήθηκε από αποδεκτό)
Μεταφράσεις

αποδεκτός

(apoðe'ktos) αρσενικό

αποδεκτή

(apoðe'kti) θηλυκό

αποδεκτό

acceptable, accepted, admissible, okayacceptable, accepté, convenableحَسَنٌ, مَقْبُولdobrý, přijatelnýacceptabel, okayannehmbar, in Ordnungaceptable, bienhyväksyttävä, okeiokej, prihvatljivaccettabile, giustoオーケー, 受け入れられる괜찮은, 받아들일 만한acceptabel, okéakseptabel, okaydopuszczalny, w porządkuaceitável, certoприемлемый, хорошийgodtagbar, okejตกลง, ที่ยอมรับได้kabul edilebilir, okeychấp nhận được, được可接受的, 好的 (apoðe'kto) ουδέτερο
επίθετο
1. σωστός, καλός αποδεκτές συνθήκες αποδεκτή λύση
2. που δεν απομακρύνεται, δεν αποβάλλεται από κπ γίνομαι αποδεκτός με τα ελαττώματά μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close