| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.660.447 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αποδεκτός |
0,02 sec. |
|
αποδεκτός acceptable, accepted, admissible, okay acceptable, accepté, convenable مقبول dobrý, přijatelný acceptabel, okay annehmbar, in Ordnung aceptable, bien hyväksyttävä, okei okej, prihvatljiv accettabile, giusto オーケー, 受け入れられる 괜찮은, 받아들일 만한 acceptabel, oké akseptabel, okay dopuszczalny, w porządku aceitável, certo приемлемый, хороший godtagbar, okej ที่ยอมรับได้, พอใช้ได้ kabul edilebilir, okey chấp nhận được, được 可接受的, 好的 επίθ α / θ / ουδ αποδεκτός, αποδεκτή, αποδεκτό [apoðe'ktos, apoðe'kti, apoðe'kto] 1 σωστός, καλός acceptableadmissible αποδεκτές συνθήκες des conditions acceptables αποδεκτή λύση une solution acceptable 2 που δεν απομακρύνεται, δεν αποβάλλεται από κπ accepté/-ée γίνομαι αποδεκτός με τα ελαττώματά μου être accepté avec ses défauts Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|