| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.893.252.034 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αποδιοργάνωση |
0,01 sec. |
|
|
αποδιοργάνωση disruption interrupción perturbation нарушение смущение 中断 中斷 narušení 중단
ουσ θ αποδιοργάνωση [apoðjor'ɣanosi] έλλειψη οργάνωσης désorganisation; perturbation αποδιοργάνωση της συγκοινωνίας la désorganisation des/dans les transports en commun Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|