| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.827.353 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αποδιοργάνωση |
0,02 sec. |
|
αποδιοργάνωση ουσ θ αποδιοργάνωση [apoðjor'ɣanosi] έλλειψη οργάνωσης désorganisation; perturbation αποδιοργάνωση της συγκοινωνίας la désorganisation des/dans les transports en commun Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|