| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.886.211 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αποδιοργανώνω |
0,01 sec. |
|
αποδιοργανώνω ρ μετβ αποδιοργανώνω [apoðjorɣa'nono] απορρυθμίζω, διαταράσσω désorganiserperturber αποδιοργανώνω το πρόγραμμα κάποιου désorganiser le programme de qqn ρ μεσοπαθ αποδιοργανώνομαι [apoðjorɣa'nonome] απορρυθμίζομαι être désorganisé/-ée Έχω την τάση να αποδιοργανώνομαι. J'ai tendance à être désorganisé. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|