αποδοκιμάζω

Μεταφράσεις

αποδοκιμάζω

boo, deprecate, reprehend (apoðoci'mazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κατακρίνω αποδοκιμάζω τη συμπεριφορά κάποιου αποδοκιμάζω τον πόλεμο
2. εκφράζομαι αρνητικά Οι θεατές αποδοκίμασαν τους ηθοποιούς.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close