| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.472.589 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αποδοκιμάζω |
0,01 sec. |
|
αποδοκιμάζω boo, deprecate, reprehend ρ μετβ αποδοκιμάζω [apoðoci'mazo] 1 κατακρίνω stigmatiser αποδοκιμάζω τη συμπεριφορά κάποιου désapprouver l'attitude de qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|