| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.893.252.798 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αποδοκιμάζω |
0,02 sec. |
|
|
αποδοκιμάζω boo, deprecate, reprehend
ρ μετβ αποδοκιμάζω [apoðoci'mazo] 1 κατακρίνω stigmatiser αποδοκιμάζω τη συμπεριφορά κάποιου désapprouver l'attitude de qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|