| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.647.999 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αποδοκιμασία |
0,02 sec. |
|
αποδοκιμασία disapproval ουσ θ αποδοκιμασία [apoðocima'sia] αρνητική κριτική désapprobation; réprobation εκφράζω την αποδοκιμασία μου manifester/exprimer sa désapprobation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|