| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.776.111 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αποδοτικός |
0,02 sec. |
|
αποδοτικός efficient, rewarding rentable, efficace كاف výkonný effektiv leistungsfähig eficiente tehokas djelotvoran efficiente 効率的な 효율적인 efficiënt effektiv skuteczny eficiente эффективный effektiv ซึ่งมีประสิทธิภาพ etkin hiệu quả 效率高的 επίθ α / θ / ουδ αποδοτικός, αποδοτική, αποδοτικό [apoðoti'kos, apoðoti'ci, apoðoti'ko] 1 κερδοφόρος rentable αποδοτική επένδυση un investissement rentable 2 που έχει θετικά αποτελέσματα fructueux/-euse αποδοτική συνεργασία une collaboration fructueuse Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|