| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.938.506 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αποζημίωση |
0,02 sec. |
|
αποζημίωση compensation تعويض odškodnění kompensation Entschädigung compensación hyvitys compensation naknada risarcimento 賠償金 보상 compensatie godtgjørelse wynagrodzenie compensação компенсация kompensation การชดเชย tazminat sự đền bù 赔偿金 ουσ θ αποζημίωση [apozi'miosi] χρήματα για επιδιόρθωση ζημιάς dédommagement; indemnisation παίρνω αποζημίωση obtenir un dédommagement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|