αποζητάω

(προωθήθηκε από αποζητώ)
Μεταφράσεις

αποζητάω

(apozi'tao)

αποζητώ

(apozi'to)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
ψάχνω, ζητάω αποζητάω τρυφερότητα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close