| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.976.760 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αποθαρρυντικός |
0,02 sec. |
|
αποθαρρυντικός discouraging décourageant επίθ α / θ / ουδ αποθαρρυντικός, αποθαρρυντική, αποθαρρυντικό [apoθarindi'kos, apoθarindi'ci, apoθarindi'ko] απογοητευτικός décourageant/-ante αποθαρρυντική εξέλιξη une évolution décourageante Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|