| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.747.783 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αποθαρρύνω |
0,02 sec. |
|
αποθαρρύνω discourage décourager يُثبَط من الهمة odradit tage modet fra entmutigen desalentar lannistaa obeshrabriti scoraggiare ・・・の勇気をくじく 용기를 잃게 하다 ontmoedigen gjøre motløs zniechęcić desencorajar обескураживать avråda ทำให้หมดกำลังใจ cesaretini kırmak làm nản lòng 劝阻 ρ μετβ αποθαρρύνω [apoθa'rino] κόβω κάθε διάθεση για κτ décourager αποθαρρύνω μια προσπάθεια décourager un effort Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|