Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.893.267.599 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αποθηκεύω

0,02 sec.
αποθηκεύω save, store, stock up konservi stocker, s’approvisionner يُخَزِن, يُخزِن uskladnit, zásobit (se) gemme, hamstre auffüllen, lagern abastecerse, almacenar varastoida obnoviti zalihe, skladištiti fare scorta, immagazzinare 仕入れる, 蓄える 사재다, 저장하다 hamsteren, opslaan lagre przechować, zaopatrzyć się abastecer-se, armazenar хранить förnya lager, lagra เก็บ, เก็บสำรองไว้ depolamak, depoyu doldurmak lưu kho, tích trữ 囤积, 贮藏
ρ μετβ αποθηκεύω [apoθi'cevo]
1 φυλάω στην αποθήκη entreposerstocker
αποθηκεύω παλιά πράγματα entreposer des vieilles affaires
2 διατηρώ στη μνήμη μου emmagasinerstocker
αποθηκεύω γνώσεις emmagasiner des connaissances
αποθηκεύω στη μνήμη του υπολογιστή stocker en mémoire


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.