αποθηκεύω

Μεταφράσεις

αποθηκεύω

store, save, stock upkonservistocker, garder, s’approvisionnerيُخَزِّنُ, يُوَفِّرُschovat si, uskladnit, zásobit segemme, hamstre, spare opauffüllen, lagern, sparenabastecerse, ahorrar, almacenar, guardarsäästää, varastoidaopskrbiti se, spremiti, štedjeticonservare, fare scorta, immagazzinare・・・を蓄える, 仕入れる, 蓄える저장하다, 저축하다, 채우다hamsteren, opslaan, opsparenlagre, spareoszczędzać, przechować, zaopatrzyć sięabastecer-se, armazenar, pouparзапасать(ся), сохранить, хранитьförnya lager, lagra, sparaเก็บ, เก็บไว้, เก็บสำรองไว้biriktirmek, depolamak, depoyu doldurmaklưu kho, tích trữ, tiết kiệm囤积, 节约, 贮藏 (apoθi'cevo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. φυλάω στην αποθήκη αποθηκεύω παλιά πράγματα
2. μεταφορικά διατηρώ στη μνήμη μου αποθηκεύω γνώσεις αποθηκεύω στη μνήμη (του υπολογιστή)
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close