αποκάλυψη

Μεταφράσεις

αποκάλυψη

revelation, apocalypse, disclosurerevelaciorévélationujawnienie披露divulgaçãoразкриванеzveřejňovánídivulgazioneOffenlegung情報開示披露openbaarmakingutlämnandeраскрытие информации공개divulgaciónגילוי (apo'kalipsi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. ξεσκέπασμα αποκάλυψη μυστικού αποκάλυψη ενόχου
2. ευχάριστη ανακάλυψη Αυτό το έργο είναι μια αποκάλυψη.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close