| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.974.021 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αποκάλυψη |
0,01 sec. |
|
αποκάλυψη revelation, apocalypse, disclosure revelacio révélation ουσ θ αποκάλυψη [apo'kalipsi] 1 ξεσκέπασμα révélation; découverte αποκάλυψη μυστικού la révélation d'un secret αποκάλυψη ενόχου la découverte d'un coupable 2 ευχάριστη ανακάλυψη révélation Αυτό το έργο είναι μια αποκάλυψη. Ce film est une révélation. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|